Ιστορία

Μια πόλη... πολυπολιτισμική

Τα Γιάννινα ξεπροβάλλουν πολυπολιτισμικά και πολυσυλλεκτικά όχι μόνο μέσα από τις διηγήσεις. Εκκλησίες, με αξιοθαύμαστη αρχιτεκτονική, τζαμιά και μια συναγωγή, από τις σημαντικότερες στην Ελλάδα, μαρτυρούν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της πόλης. Η συνύπαρξη Χριστιανών, Μουσουλμάνων και Εβραίων εδραιώθηκε κατά την περίοδο διοίκησης του Αλή πασά.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών μετά τη μικρασιατική καταστροφή και η εξόντωση των περισσότερων Εβραίων από τους Γερμανούς άλλαξε την πληθυσμιακή αναλογία. Μουσουλμάνοι μπορεί να μην υπάρχουν σήμερα και οι Εβραίοι μπορεί να είναι λίγοι, όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά η πόλη δεν αποτίναξε το μέρος αυτό της ταυτότητά της. Σήμερα, υπάρχουν τέσσερα τζαμιά, τα τρία από αυτά πολύ καλά διατηρημένα, ενώ η εβραϊκή συναγωγή, χτισμένη το 1826 συνεχίζει να υπάρχει και να αποτελεί το μεγαλύτερο και το ωραιότερο από τα σωζόμενα θρησκευτικά κτίρια των Ελλήνων Εβραίων.

Η γεωγραφική θέση, η αρχαιότητα, οι χριστιανικοί χρόνοι

Τα Γιάννινα είναι κτισμένα στη δυτική όχθη της λίμνης Παμβώτιδας, σχεδόν στο κέντρο ενός λεκανοπεδίου, που ορίζουν τα όρη Μιτσικέλι-Τόμαρος-Ξεροβούνι. Πυρήνα της πόλης αποτέλεσε ιστορικά και χωροταξικά μία βραχώδης χερσόνησος, η οποία καταλήγει βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά σε δύο υψώματα. Αυτή η φυσικά οχυρή θέση τειχίσθηκε από την Ελληνιστική περίοδο, όπως μαρτυρά τμήμα τείχους, που αποκαλύφθηκε κάτω από την οθωμανική και βυζαντινή οχύρωση πλησίον της κύριας πύλης του Κάστρου. Σποραδικά σε όλη την έκταση του σημερινού κάστρου ανασκαφές έχουν αποκαλύψει όψιμα κλασικά και ελληνιστικά οικοδομικά λείψανα.

Η έρευνα δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε συσχετισμό της αρχαίας θέσης με τις αναφορές των πηγών. Τον ιστορικό χάρτη της περιόδου συμπληρώνουν οι γειτονικές αρχαίες ακροπόλεις του Μεγάλου Γαρδικίου, που έχει ταυτισθεί με την Πασσαρώνα, πρωτεύουσα των Μολοσσών, καθώς και της Καστρίτσας στη νότια όχθη της λίμνης, η οποία ταυτίζεται με την αρχαία Τέκμωνα, ενώ σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από την πόλη των Ιωαννίνων βρίσκεται το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο της Δωδώνης.

Το 168 μ.Χ. ακολουθεί η Ρωμαϊκή κατάκτηση της Ηπείρου και Ρωμαϊκά ευρήματα στις ανασκαφές εντός του Κάστρου των Ιωαννίνων μαρτυρούν τη συνέχιση της κατοίκησης την περίοδο αυτή. Στις αρχές του 4ου μ.Χ αιώνα με τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού η Ήπειρος και το νοτιότερο τμήμα της σημερινής Αλβανίας περιλαμβάνεται στην επαρχία της «Παλαιάς Ηπείρου» (Epirus Vetus) με έδρα τη Νικόπολη. Ο οικισμός της Καστρίτσας επιβιώνει έως τον 6ο αιώνα, ενώ η Δωδώνη, επισκοπή από τον 5ο αιώνα, εγκαταλείπεται επί σλαβικών επιδρομών τον 7ο αιώνα. Παλαιότεροι μελετητές αναγνώρισαν ομοιότητες της γεωγραφικής θέσης της πόλης των Ιωαννίνων με την τοποθεσία, που περιγράφεται από τον ιστορικό Προκόπιο στο έργο του «Περί Κτισμάτων IV,1.39-42.», στην οποία μετοίκησαν τον 6ο αιώνα οι κάτοικοι της Θεσπρωτικής Εύροιας. Ωστόσο νεότερες απόψεις ταυτίζουν τη Νέα Εύροια με άλλες θέσεις, όπως το σημερινό Καστρί στην όχθη της Αχερουσίας Λίμνης.

Την έλλειψη αρχαιολογικών και ιστορικών στοιχείων για τα πρώτα χριστιανικά χρόνια συμπληρώνει η αναζήτηση της ετυμολογίας του τοπωνυμίου των Ιωαννίνων. Από τους περισσότερους μελετητές αποδίδεται σε κάποιον οικιστή Ιωάννη ή σε μονή αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη. Κατά μία άποψη, όχι επαρκώς στοιχειοθετημένη, η κατάληξη –ίνα θεωρείται σλαβικής προέλευσης, η οποία αποδόθηκε στην πόλη την περίοδο των πρώτων σλαβικών επιδρομών (τέλη 6ου-7ος αι.).

Οι αναφορές των ιστορικών πηγών στο τοπωνύμιο απαντούν αρκετά αργότερα, κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Στα Πρακτικά της Συνόδου του πατριάρχη Φωτίου στην Κωνσταντινούπολη το 879 περιλαμβάνεται η υπογραφή ενός επισκόπου «Ζαχαρία Ιωαννίνης», ο οποίος με αρκετές αμφιβολίες έχει ταυτιστεί με επίσκοπο των Ιωαννίνων. Ωστόσο, η πρώτη βεβαιωμένη αναφορά στην επισκοπή των Ιωαννίνων απαντά σε «Τακτικό» (κρατικό κατάλογο) μεταξύ των ετών 901-907 επί πατριάρχη Νικολάου Α΄.

Η επισκοπή υπάγεται την περίοδο αυτή στη Μητρόπολη Ναυπάκτου. Τότε ή λίγο νωρίτερα οικοδομήθηκε κατά μια άποψη η πρώτη βυζαντινή ακρόπολη του Κάστρου στο βορειανατολικό πιο απόκρημνο ύψωμα στο πλαίσιο της αποκατάστασης της βυζαντινής κυριαρχίας στα Βαλκάνια από τους αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας. Η Ήπειρος την περίοδο αυτή πλήττεται από τις Βουλγαρικές επιδρομές, που στα τέλη του 10ου αιώνα έφθασαν έως τη Νικόπολη.

Η Νορμανδική παρουσία(1082) και η ανάκαμψη της πόλης το 12ο αι.

Το 1020 η Επισκοπή Ιωαννίνων σύμφωνα με σιγίλιο του Βασιλείου Β΄ υπάγεται στην αρχιεπισκοπή Αχρίδας. Στα τέλη του 11ου αιώνα την περιοχή ταλανίζουν οι επιδρομές των Νορμανδών. Η Άννα Κομνηνή στο έργο της «Αλεξιάδα» αναφέρεται στην κατάληψη των Ιωαννίνων το 1082 από το Βοημούνδο, γιο του Νορμανδού βασιλιά Ροβέρτου Γιυσκάρδου. Το κείμενό της περιλαμβάνει σημαντικές τοπογραφικές πληροφορίες. Αναφέρει, ότι η πόλη ήταν πριν το 1082 ήδη τειχισμένη και ο Βοημούνδος επιδιόρθωσε προϋπάρχουσα ακρόπολη, κατασκεύασε μία νέα στο δεύτερο ύψωμα και περιέβαλε και τα δύο υψώματα με ενιαία οχύρωση. Κατά μία άποψη η ακρόπολη των Νορμανδών τοποθετείται στο νοτιοανατολικό ύψωμα, το σημερινό Ιτς Καλέ και σ’ αυτήν ανήκε ο πύργος, που σώζεται δίπλα στο ναό των Αγίων Αναργύρων. Σύμφωνα με τον ιστορικό Λ.Βρανούση, ο Βοημούνδος κατά την ολιγόμηνη παραμονή του έκανε δευτερεύουσας σημασίας επεμβάσεις στο Κάστρο των Ιωαννίνων.

Σε έγγραφα, τα οποία αναφέρουν τα προνόμια, που παραχωρήθηκαν στη Βενετία από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, τα Γιάννινα μνημονεύονται ως «Θέμα» (δηλαδή στρατιωτική και διοικητική περιφέρεια), που αποκόπηκε από το «Θέμα Νικοπόλεως». Η σημασία της πόλης μεγαλώνει στο τέλος του12ου αιώνα, όταν πλέον αποτελεί το κέντρο της ευρύτερης περιοχής.

Υστεροβυζαντινή περίοδος (1204-1430)

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 και το διαμελισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας σε Φράγκους και Βενετούς δημιουργήθηκαν αποκεντρωμένα βυζαντινά κρατίδια στη Νίκαια και την Ήπειρο. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας (1205-1215), εξάδελφος των βυζαντινών αυτοκρατόρων Ισαάκ Β΄ και Αλεξίου Β΄ Αγγέλου, ίδρυσε το λεγόμενο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» με πρωτεύουσα την Άρτα. Στα Γιάννινα εγκατέστησε, γύρω στα 1210, πολλές βυζαντινές οικογένειες από την Κωνσταντινούπολη (Φιλανθρωπινούς - Στρατηγόπουλους – Μελισσηνούς κ.α). Ο Μιχαήλ Α΄ χαρακτηρίζεται από το μητροπολίτη Ναυπάκτου, Ιωάννη Απόκαυκο, ως ο «τεκτηνάμενος», δηλαδή αυτός που έκτισε, «το των Ιωαννίνων πολίδιον και εις μόρφωσιν κάστρου αυτό ανεγείρας». Εφόσον υπήρχε παλαιότερη οχύρωση εννοεί πιθανότατα, ότι κατασκεύασε ευρύτερο περίβολο για να περιλάβει και τις εκτός του παλαιού τείχους οικίες με πιθανή ίσως και την τείχιση του λαιμού της χερσονήσου. Στο διευρυμένο Κάστρο ο Μιχαήλ Α΄ ενοίκησε τους πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη και άλλες Λατινοκρατούμενες περιοχές. Αργότερα ο αδελφός του Θεόδωρος (1215-1230) τους νομιμοποίησε εκ νέου, πιθανότατα για να κατευνάσει διαμαρτυρίες των αυτοχθόνων κατοίκων εναντίον των προσφύγων.

Μεταξύ των κρατιδίων της Ηπείρου και της Νίκαιας αναπτύχθηκε εξ΄αρχής εμπόλεμος ανταγωνισμός για τη διεκδίκηση της παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Καθοριστική ήταν το 1259 η μάχη της Πελαγονίας, κατά την οποία ο Μιχαήλ Β΄ (1231-1267/8) της Ηπείρου ηττήθηκε από το στρατό της Νίκαιας. Στη συνέχεια καταλήφθηκε η Άρτα, ενώ τα Γιάννινα πολιορκήθηκαν ανεπιτυχώς. Το 1261 την Κωνσταντινούπολη κατέκτησε ο στρατός της Νίκαιας. Το κράτος της Ηπείρου διατήρησε τον αυτόνομο χαρακτήρα του και η σχέση του με την απελευθερωμένη Κωνσταντινούπολη πέρασε άλλοτε φάσεις προσέγγισης και άλλοτε αντιπαλότητας .

Μετά από το θάνατο του Μιχαήλ Β΄, η επικράτειά του διαμοιράσθηκε ανάμεσα στους γιούς του. Η Ήπειρος περιήλθε στον Νικηφόρο Α΄(΄1267-1296). Ο γάμος του με την Άννα Παλαιολογίνα, ανιψιά του βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄, συνδέεται με ένα είδος κηδεμονίας της Κωνσταντινούπολης, που σύντομα μεταστράφηκε λόγω της αντιπαράθεσης για την ένωση των εκκλησιών (1276-1277). Κατά μία άποψη, τα Γιάννινα πιθανόν προσχώρησαν γύρω στα 1284 στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, προκειμένου να εξασφαλίσουν καθεστώς αυτονομίας, αλλά σύντομα προσέγγισαν εκ νέου την Άρτα. Το 1290 ή 1292 ο στρατός του βυζαντινού αυτοκράτορα πολιόρκησε ανεπιτυχώς την καλά οχυρωμένη πόλη των Ιωαννίνων.

Λήγοντος του 13ου αιώνα η πόλη των Ιωαννίνων αποτελεί σημαντικό κέντρο της περιοχής με ισχυρό τείχος, ναούς και αρχοντικά. Την εποχή αυτή το νησί γίνεται σπουδαίο μοναστικό κέντρο. Από τις γνωστές βυζαντινές οικογένειες των Φιλανθρωπινών και των Στρατηγόπουλων ιδρύονται οι περιώνυμες μονές αφιερωμένες στον Άγιο Νικόλαο. Η σημασία της πόλης είναι φανερή από το γεγονός ότι, όταν το 1304 ο Κάρολος ΙΙ d΄Anjou της Νεαπολέως εκστράτευσε κατά της Άρτας, η Άννα κατέφυγε στα Γιάννινα, που ιστορικές πηγές της εποχής χαρακτηρίζουν το Κάστρο τους ως απόρθητο.

Ο τελευταίος Κομνηνοδούκας δεσπότης, Θωμάς, γιος του Νικηφόρου, δολοφονήθηκε το 1318 από τον ανιψιό του Νικόλαο Ορσίνι, κόμη της Κεφαλληνίας. Οι Γιαννιώτες αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το νέο δυνάστη και έτσι η πόλη τους ζήτησε την υπαγωγή της στο βυζαντινό αυτοκράτορα. Τα Γιάννινα παρέλαβε ο Συργιάννης Παλαιολόγος, διοικητής των δυτικών βυζαντινών κτήσεων. Ως ανταπόδοση η επισκοπή της πόλης προήχθη σε Μητρόπολη (1318) και διατήρησε την περιουσία της, ενώ στους κατοίκους παραχωρήθηκαν πλήθος προνομίων. Δύο χρυσόβουλα - αυτοκρατορικά διατάγματα των ετών 1319 και 1321 του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου εξασφάλιζαν τη μη παραχώρηση των Ιωαννίνων και των γύρω κάστρων στους Φράγκους και περιλάμβαναν φορολογικά προνόμια και απαλλαγές για τους κατοίκους της πόλης. Οι «καστρινοί Ιωαννινιώται», εκτός από όσους ανήκαν σε στρατιωτικά σώματα, δεν ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες έξω από την πόλη τους. Ωστόσο ο διοικητής της πόλης διοριζόταν από τον αυτοκράτορα . Την εποχή αυτή τα Γιάννινα γνώριζαν ιδιαίτερη ακμή : «το περί την Ήπειρον άστυ… μεμέστωται οικητόρων, ακμάζει δε πλούτω ..», όπως αναφέρεται στο πρώτο χρυσόβουλο. Κατά τον ιστορικό Λ.Βρανούση στα κείμενα αυτά περιγράφεται ένα είδος πρώιμης αστικής κοινωνίας με αριστοκρατία, που ξέρει να αυτοκυβερνηθεί κατ’ αναλογία με τα ακμαία κρατίδια των πόλεων της Ιταλίας.

Ο Νικόλαος Ορσίνι νυμφεύθηκε τη σύζυγο του Θωμά, Άννα και έλαβε τον τίτλο του δεσπότη από την Κωνσταντινούπολη με τη δέσμευση να μην επιτεθεί στα Γιάννινα. Εκείνος όμως εκμεταλλευόμενος τον εμφύλιο μεταξύ του Ανδρονίκου Β΄ και Γ΄, που ξέσπασε εν τω μεταξύ στη βυζαντινή πρωτεύουσα, πολιόρκησε την πόλη ανεπιτυχώς. Το 1323 κατά την ένοπλη σύγκρουση με τον αδελφό του Ιωάννη, ο Νικόλαος σκοτώθηκε. Ο Ιωάννης έπεισε τους Γιαννιώτες να τον αποδεχτούν κερδίζοντας τη συμπάθειά τους με ανανέωση των προνομίων (1330). Το 1337 ή νωρίτερα δολοφονήθηκε από τη βυζαντινή σύζυγό του και οι Γιαννιώτες ορκίστηκαν σε εκείνη και το γιο της Νικηφόρο πίστη. Στο μεταξύ, το 1338, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ ήλθε στην Ήπειρο προκειμένου να ενισχύσει τη βυζαντινή κυριαρχία και κυρίως να αντιμετωπίσει τις αλβανικές εισβολές . Κατά τον εμφύλιο μεταξύ του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού(1341-7), όταν ο δεύτερος έγινε κύριος της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, επέτρεψε στους Σέρβους να επιβληθούν. Τα Γιάννινα ίσως είχαν ήδη καταληφθεί από το 1346, ενώ η κατάκτηση της Ηπείρου και της Θεσσαλίας ολοκληρώθηκε το 1348 και ανατέθηκε στον ετεροθαλή αδελφό του Στέφανου Δουσάν, Συμεών Ούρεση. Στα 1366 οι Γιαννιώτες με σκοπό την εξασφάλιση προστασίας από τις επιθέσεις των Αλβανών ζήτησαν από τον Συμεών να τους υποδείξει ηγεμόνα. Εκείνος τους έστειλε το γαμπρό του, Θωμά Πρελιούμποβιτς (1367-1384). Η αποδοχή του από τους κατοίκους της πόλης δεν ήταν ομόθυμη. Ο Θωμάς έλαβε σκληρά μέτρα για τους άρχοντες και την τοπική εκκλησία, έδιωξε το μητροπολίτη και αφαίρεσε εκκλησιαστικά κτήματα.

Επέβαλε φόρους και στρατιωτικά βάρη, τα οποία ωστόσο ήταν απαραίτητα για την αντιμετώπιση των πιεστικών επιθέσεων των Αλβανών, οι οποίοι είχαν επικρατήσει στην Άρτα και την Αιτωλοακαρνανία. Τη δεκαετία του 1370 τα Γιάννινα πολιορκήθηκαν επανειλημμένα από Αλβανούς και ερημώθηκε η γύρω περιοχή. Στις πολεμικές επιχειρήσεις του ο Θωμάς συνεργάστηκε με Τούρκους με αποτέλεσμα τουρκικές εγκαταστάσεις στην Ήπειρο. Το 1382 ζήτησε και έλαβε τον τίτλο του δεσπότη από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄, ενώ δύο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από σωματοφύλακά του. Ο μαρμάρινος τάφος του βρέθηκε το 1795 κατά την θεμελίωση του σεραγιού του Αλή Πασά.

Ο Θωμάς έκανε εκτεταμένες επεμβάσεις στα τείχη. Όπως αναφέρεται σε ιστορικές πηγές της περιόδου «προς φύλαξιν του έκτισε και κάστρον με πύργους εύμορφον .. και έκτισε παλάτια μεγάλα και εύμορφα». Πιθανότατα η ενίσχυση της οχύρωσης έγινε για να αντιμετωπίσει τους Αλβανούς ίσως πριν την επίθεση του 1379. Σ΄ αυτόν οφείλεται η κατασκευή του οχυρού πύργου δεξιά της κυρίας εισόδου του κάστρου, καθώς και της πύλης της βορειανατολικής ακρόπολης, η οποία εξυπηρετούσε την ενίσχυση της κατοικίας του δεσπότη . Αρκετά και γενναιόδωρα ήταν τα αφιερώματα του Θωμά σε μονές (Μεγάλο Μετέωρο, Μεγίστη Λαύρα, Γαβαλίωτισσα Βοδενών ). Μετά τη δολοφονία του τα Γιάννινα κυβέρνησαν Φράγκοι με τη σύμφωνη γνώμη των αρχόντων. Η χήρα του Θωμά, Μαρία Αγγελίνα Δούκαινα Παλαιολογίνα, παντρεύτηκε τον πρίγκιπα Ιζαού Μπουαντελμόντι του οίκου Ατζαγιόλι της Φλωρεντίας, άρχοντα της Κεφαλληνίας. Ο Ιζαού χρίσθηκε το 1386 δεσπότης από το βυζαντινό αυτοκράτορα και επέστρεψε την περιουσία της εκκλησίας. Την εποχή αυτή οι επιδρομές των Αλβανών συνεχίζονταν στα περίχωρα των Ιωαννίνων, με αποτέλεσμα το 1388-9 ο Ιζαού να δηλώσει υποτέλεια στο σουλτάνο για να αντιμετωπίσει την αλβανική απειλή .Το γεγονός αυτό σε κάποιες από τις ιστορικές πηγές θεωρείται ως η πρώτη τουρκική κατάκτηση των Ιωαννίνων.

Ο Ιζαού πέθανε το 1411 και τον διαδέχθηκε μετά από πρόσκληση της τοπικής αριστοκρατίας ο Κάρολος Α΄ Τόκκος, δούκας της Κεφαλληνίας, ο οποίος όπως και προκάτοχοι του, πήρε το 1415 τον τίτλο του δεσπότη από το βυζαντινό αυτοκράτορα. Το 1416 ο Κάρολος κατέλαβε την Άρτα και κυβέρνησε έως το 1429. Το «Χρονικό των Τόκκο» γραμμένο στα 1429 είναι ένα έμμετρο έπος, που αναφέρεται στις ηρωικές πράξεις του Καρόλου και του αδελφού του Λεονάρδο. Ο ανιψιός του Καρόλου Α΄, Κάρολος Β΄ και οι νόθοι γιοι του, ελάχιστα πρόλαβαν να κυβερνήσουν, καθώς στα 1430 η πόλη υπέκυψε στους Τούρκους.

Σύμφωνα με τους περισσότερους ερευνητές η βυζαντινή φυσιογνωμία της πόλης διατηρήθηκε κατά την εποχή του σέρβου και των ιταλών ηγεμόνων της, καθώς εκείνοι αναλάμβαναν τα καθήκοντα τους μετά από διαπραγματεύσεις με την τοπική αριστοκρατία και λάμβαναν τον τίτλο του δεσπότη από το βυζαντινό αυτοκράτορα. Επίσης η πόλη δεν γνώρισε την Αλβανική κατοχή, όπως αναφέρει το Χρονικό των Ιωαννίνων: «.. μόνη δε η των Ιωαννίνων πόλις μη υποκύψασα τη των Αλβανιτών επικράτεια » . Η καστρινή αριστοκρατία έχει στην ιδιοκτησία της χωριά και γαίες. Αναπτυγμένη είναι η βιοτεχνία και το εμπόριο. Τα Χρονικά των Ιωαννίνων και των Τόκκων, που γράφτηκαν στις αρχές του 15ου αιώνα δίνουν σημαντικές πληροφορίες, που αφορούν στην ιστορία, την τοπογραφία και την κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης. Το κάστρο της πόλης έχει μεγάλη φήμη την εποχή αυτή και χαρακτηρίζεται στις πηγές: « λαμπρόν, βασιλικόν και ευγενές ». Σύμφωνα με χειρόγραφο του 1819, αντίγραφο του λεγόμενου «Κουβαρά», μιας χρονογραφίας του 14ου-15ου αιώνα, υπήρχαν στην πόλη πέντε μονές και εικοσιπέντε ναοί, από τους οποίους οι δεκαοκτώ ήταν μέσα στο κάστρο. Αναφέρεται ότι στη θέση του σεραγιού του Αλή Πασά υπήρχε συγκρότημα του ναού του Παντοκράτορα, ενώ στην άκρη του σεραγιού μνημονεύεται ο σωζόμενος έως το 1779 ναός της Μητρόπολης, ίσως στη θέση του Φετιχιέ. Άρα κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο η νοτιοανατολική ακρόπολη, η παλαιά ακρόπολη του Βοημούνδου, καταλαμβανόταν από εκκλησιαστικά ιδρύματα ίσως και επισκοπείο , καθώς και οικίες προς το μέρος της σημερινής πόλης .

Ασάφεια υπάρχει ως προς οικιστική κατάσταση εκτός του κάστρου. Πολλοί μελετητές πιστεύουν, ότι και κατά τη μεσαιωνική περίοδο (ήδη ίσως από το 12ο αιώνα) υπήρχαν συνοικίες έξω από το τείχος . Κατά μία άλλη άποψη η μεγάλη έκταση, που περιλαμβανόταν εντός των τειχών, ήταν επαρκής για τον πληθυσμό της πόλης και έτσι εκτός των τειχών υπήρχαν μόνο υποτυπώδεις εμπορικές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με τη μεσαιωνική συνήθεια των παζαριών στις πύλες των πόλεων, πρακτική, που καθιερώθηκε στην πόλη επί Τουρκοκρατίας. Εξάλλου και στις υστεροβυζαντινές πηγές δεν γίνεται αναφορά για μπούρκο, δηλαδή εκτος τειχών οικισμό ή εμπόριον-μποριό, αλλά αναφέρονται μόνον αμπέλια. Από τις μονές εκτός των τειχών μνημονεύονται του Αρχιμανδρειού, της Αγίας Παρασκευής , του Αγίου Αθανασίου κ.α .

Τουρκοκρατία: Από την κατάκτηση (1430) έως το διορισμό του Αλή πασά (1788)

Η πόλη των Ιωαννίνων παραδόθηκε μετά από διαπραγματεύσεις στον πολιορκητή της Σινάν πασά το 1430. Αξιόπιστη περιγραφή της κατάληψής τους δίνει ο ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Με αυτοκρατορική διαταγή από το Σουλτάνο Μουράτ Β΄, γνωστή ως «Ορισμός του Σινάν πασά», διατηρήθηκε το προηγούμενο προνομιακό καθεστώς και οι κάτοικοί της εξασφάλισαν φορολογικές απαλλαγές, ελεύθερη διακίνηση του εμπορίου και απαλλαγή από την αιχμαλωσία και το παιδομάζωμα. Επίσης ο μητροπολίτης διατήρησε τα παλαιά εκκλησιαστικά του δικαιώματα και τη δικαστική εξουσία. Η δέσμευση των κατακτητών για τη μη μετατροπή των εκκλησιών σε τζαμιά φαίνεται ότι άμεσα παραβιάστηκε. Σύμφωνα με πηγή αναφερόμενη σε γεγονότα λίγες μέρες μετά από άλωση, ο σουλτάνος έστειλε δεκαοκτώ τούρκους να παραλάβουν το Κάστρο, οι οποίοι… «κρήμνισαν την εκκλησία του αρχιστράτηγου, όπου ήταν εις τους γουλάδες της πόλεως» και στη συνέχεια…. «είς τον μέγαν Παντοκράτορα, όπου το καμπαναριόν ίσταται …όπου άρπαξαν κοπέλες μετά τη λειτουργία». Άρα στη νοτιοανατολική Ακρόπολη αμέσως μετά την κατάκτηση καταστράφηκε ο μητροπολιτικός ναός , όχι όμως ολοκληρωτικά αφού ερείπια του διατηρούνταν έως το 18ο αιώνα. Στη θέση του κτίσθηκε το Φετχιέ τζαμί, που σημαίνει τέμενος της κατάκτησης, ασφαλώς ως σύμβολο της υποταγής στο νέο κυρίαρχο. Το Φετχιέ τζαμί ανακατασκευάσθηκε αργότερα από τον Αλή συναρτώμενο με το ανάκτορο του.

Μετά 1430 η πόλη αναπτύσσεται εκτός των τειχών επί των οδικών αξόνων προς την Άρτα, την Παραμυθιά καθώς και προς το Ιόνιο και την Αλβανία. Δημιουργούνται μουσουλμανικές συνοικίες, όπως το Τουρκοπάλουκο (στρατόπεδο των Τούρκων ίσως κοντά στον Άγιο Νικόλαο της Αγοράς) και αργότερα στην Καλούτσιανη. Γύρω από το Κάστρο αναπτύσσονται οι εβραϊκές συνοικίες Τσουκαλά, Λειβαδιώτη, μικρή και μεγάλη Ρούγα. Έξω από την Κύρια Πύλη (στην περιοχή της σημερινής οδού Ανεξαρτησίας) αναπτύσσεται η αγορά (εμπορίον - παζάρι). Στο κέντρο της αγοράς οικοδομήθηκε μεταξύ 1481-1512 το δεύτερο μεγάλο τέμενος, το Μπαραικλί τζαμί.

Μέσα στο 16ο αιώνα και μέχρι το 1611 η ανοικοδόμηση θρησκευτικών μουσουλμανικών κτηρίων είναι περιορισμένη. Την περίοδο αυτή ανεγείρονται εκτός της αγοράς τέσσερα μόνο ακόμη τζαμιά σχετικά αποκεντρωμένα (Σιεμ σε ντιν, Λιάμ τζαμί, Ναμάς Γκιαχ τζαμί, Ντεντέ Ουρούτσ).Ο 16ος αιώνας χαρακτηρίζεται από δημογραφική ανάπτυξη. Δύο τουρκικά κατάστιχα των ετών 1564 και 1579 παρέχουν σχετικές πληροφορίες. Ο πληθυσμός της πόλης έφθανε στους 7000 κατοίκους. Υπήρχαν τριαντα έξι συνοικίες χριστιανών εντός και εκτός του κάστρου και καταγεγραμμένα πενήντα οκτώ νοικοκυριά μουσουλμάνων και τριαντα τέσσερα εβραίων.

Την εποχή αυτή σημειώνεται ιδιαίτερη πνευματική ανάπτυξη. Στο Κάστρο λειτουργεί εκπαιδευτήριο και το νησί εξακολουθεί να αποτελεί μοναστικό και πνευματικό κέντρο. Ο Ιωασάφ Φιλανθρωπινός ανακαινίζει τη μονή Φιλανθρωπινών, η οποία κοσμείται με σημαντικές τοιχογραφίες στα 1542 και 1560. Την ίδια περίοδο τοιχογραφείται η μονή Στρατηγόπουλου και ιδρύεται η μονή Ελεούσας, καθώς και η μονή Προδρόμου από την φημισμένη οικογένεια των Αψαράδων. Σε σύγχρονη πηγή τα Γιάννινα ονομαζόταν «μοναχόπολις» λόγω των πολλών μοναχών, που ζούσαν στην πόλη και τη γύρω περιοχή.

Ο 17ος αιώνας στιγματίζεται από την αποτυχημένη εξέγερση του 1611 από τον επίσκοπο Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο το Φιλόσοφο ή «Σκυλόσοφο». Το προνομιακό καθεστώς αίρεται, οι χριστιανικοί ναοί εντός και εκτός των τειχών καταστρέφονται και ακολουθούν διώξεις των χριστιανών, οι οποίοι εκδιώκονται από το κάστρο, όπου μένουν πια μόνο οι Τούρκοι. Από τους χριστιανούς καστρινούς, οι φτωχότεροι εγκαταστάθηκαν στις παραλίμνιες συνοικίες βυρσοδεψών, Σιαράβα και Λειβαδιώτη, ενώ οι ευπορότεροι στις βορειοδυτικές περιοχές και δημιουργήθηκαν ίσως οι συνοικίες Τσιγαρά, Πλάτανος, Σεράγι, Λιαμ μετζήτι, Αρχιμανδρειό.

Μετά το 1611 η πόλη κυριαρχείται από το μουσουλμανικό στοιχείο. Στο κάστρο ιδρύεται το 1618 το συγκρότημα του τζαμιού του Ασλάν Πασά στη βορειοανατολική ακρόπολη στη θέση του ανακτόρου του βυζαντινού διοικητή και τις υπόρειές της. Αρκετά τζαμιά οικοδομούνται και εκτός των τειχών (Μεχμέτ πασά, Ζεβαδιέ, Ισούφ αγά). Οι μουσουλμανικές συνοικίες έχουν ως κέντρο τους από ένα τζαμί, στο οποίο προσαρτώνται και κτήρια συνοδείας. Είναι η περίοδος της ολοκλήρωσης των Οθωμανικών κατακτήσεων. Ο αριθμός των μουσουλμάνων κατοίκων των Ιωαννίνων αυξάνεται, ενισχυόμενος από εξισλαμισμούς. Το 1635 καταργείται το δικαίωμα κατοχής φεουδαλικών ιδιοκτησιών από χριστιανούς και η χριστιανική αριστοκρατία αντιμετωπίζει το δίλημμα να χάσει την περιουσία της ή να αλλαξοπιστήσει. Έτσι σύμφωνα με τις πηγές, επάνω από τριακόσιες χριστιανικές οικογένειες άλλαξαν θρήσκευμα. Εκτός από την πληθυσμιακή αύξηση είναι εντυπωσιακή και η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών του μουσουλμανικού στοιχείου, ένα είδος αστικοποίησης του, που οφείλεται κατά ένα ποσοστό στην ενασχόληση τους με το εμπόριο. Έτσι οι Μουσουλμάνοι τιμαριούχοι και οι πλούσιοι έμποροι αποτέλεσαν μία ακμάζουσα και μορφωμένη τάξη. Πολλοί από αυτούς προέβαιναν σε θρησκευτικές δωρεές (βακφιγιέ ) και πολλά αστικά κτήματα περνούσαν σε θρησκευτικά ιδρύματα.

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή το 1670 περιγράφει εικόνα ευημερίας των Ιωαννίνων. Οι αρχές της πόλης έχουν έδρα τους το κάστρο, στο οποίο πλέον κατοικούν μόνο μουσουλμάνοι, χωρισμένοι σε τέσσερις συνοικίες. Η πόλη χωριζόταν σε τριανταεπτά συνοικίες, από τις οποίες δεκαοκτώ μουσουλμανικές, δεκατέσσερις χριστιανικές, τέσσερις εβραϊκές και μία τσιγγάνικη. Ο αριθμός των μουσουλμανικών ιδρυμάτων φθάνει τα επτά εντός του Κάστρου και τριανταεπτά έξω από αυτό. Περιλαμβάνουν τεμένη, σχολεία, αναγνωστήρια και υπαίθριους χώρους προσευχής. Παραδίδεται επίσης η ύπαρξη επτά μοναστηριών (τεκέ). Ο Εβλιγιά εκθειάζει την αρχιτεκτονική των σεραγιών, των αρχοντικών και απλών κατοικιών, αλλά και των τζαμιών, δημοσίων οικοδομημάτων (χάνια, χαμάμ κτλ). Επίσης περιγράφει μεγάλους ανοικτούς χώρους, όπως πλατείες, σταυροδρόμια με πηγάδια και εκτεταμένα νεκροταφεία. Στο τέλος του 17ου αιώνα η πόλη εκτεινόταν από την Καλούτσιανη έως το Σαράι μαχαλέ και από το Κάστρο έως τη Λούτσα.

Η περίοδος του Αλή Πασά (1708-1822)

Το 1788 διορίστηκε επίσημα πασάς των Ιωαννίνων ο Αλή Πασάς, σημαντική και αμφιλεγόμενη πολιτική προσωπικότητα της περιόδου. Γεννημένος στο Τεπελένι από αρχοντική οικογένεια, ήταν γιος της κόρης του μπέη της Κόνιτσας, Χάμκως. Στις σπουδαιότερες θέσεις χρησιμοποίησε Έλληνες προκρίτους της περιοχής και έχει ευνοϊκή στάση προς τους Γιαννιώτες εμπόρους και βιοτέχνες. Την περίοδο αυτή τα Γιάννινα αποτελούσαν σπουδαίο κέντρο εργαστηριακής χειροτεχνίας και εμπορίου της βαλκανικής. Οι εμπορικές συναλλαγές χαρακτηρίζονταν από ποικιλία νομισμάτων και οι ισοτιμίες αναγράφονταν σε αναρτημένους καταλόγους. Οι έμποροι και βιοτέχνες οργανωμένοι σε συντεχνίες (εσνάφια ή ρουσφέτια) δραστηριοποιούνταν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, τη δυτική Ευρώπη, τη Ρωσία και την Αίγυπτο με βασικά τους είδη δέρματα, υφάσματα, όπλα και αντικείμενα αργυροχοΐας. Ο άγγλος περιηγητής Henry Holland θεωρούσε την Γιαννιώτικη αγορά ως μία από τις αξιολογότερες της Βαλκανικής, πλουσιότερη σε χρυσαφικά και υφάσματα από εκείνη της Θεσσαλονίκης. Κατά την εποχή του Αλή η πόλη απόκτησε ευρωπαϊκό ενδιαφέρον, με την ίδρυση προξενείων, το διεθνές εμπόριο και τις υψηλές γνωριμίες του ηγεμόνα. Σημειώνεται δημογραφική ανάπτυξη και οι κάτοικοί της έφθαναν τους είκοσι και κατ’ άλλους περιηγητές τους τριάντα χιλιάδες. Η έκταση της πόλης διευρύνθηκε με νέους μαχαλάδες : Ζεβαδιέ - Καραβατιά - Λούτσα, φθάνοντας στα όρια που διατηρούσε μέχρι τη δεκαετία του 1960. Η πλούσια πολεμική δράση του Αλή συνoδεύτηκε από πλήθος οχυρωματικά έργα στην ευρύτερη περιοχή. Στα Γιάννινα, κατασκευάστηκε (1815) ένα ισχυρότατο κάστρο, το οποίο ακολούθησε σε γενικές γραμμές τη χάραξη του παλαιότερου βυζαντινού. Με την εφαρμογή του λεγόμενου προμαχωνικού συστήματος οχύρωσης έγιναν μεγάλης κλίμακας επιχωματώσεις. Στη νοτιοανατολική ακρόπολη η οποία οχυρώθηκε με εσωτερικό τείχος, οικοδομήθηκε το περίλαμπρο σεράι του Αλή και επανακτίσθηκε το Φετιχιέ τζαμί. Στις υπώρειες της βορειοανατολικής ακρόπολης κατασκευάστηκε μεγάλο οικοδόμημα για τη σχολή ιππικού, το γνωστό Σουφαρί Σεράι. Η ηγεμονία του Αλή συνδέθηκε με την κορύφωση μιας οικονομικής και πνευματικής ακμής, η οποία χαρακτήριζε τα Γιάννινα από τους προηγούμενους αιώνες. Πολλοί από τους λογίους του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα κατάγονταν ή δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή, όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Αθανάσιος Ψαλλίδας, ο Ιωάννης Βηλαράς. Η πόλη αποτέλεσε πνευματικό κέντρο χάρη στις φημισμένες σχολές της, οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούσαν κληροδοτήματα αποδήμων. Η Επιφάνιος Σχολή, ιδρυμένη το 1648 από τον Επιφάνιο Ηγούμενο, έμπορο στη Βενετία, μετονομάστηκε αργότερα σε Μαρουτσαία (1742) προς τιμή των ανακαινιστών της. Σ΄ αυτήν δίδαξε ο Ευγένιος Βούλγαρης. Η λεγόμενη Μεγάλη Σχολή ήταν ίδρυμα του εμπόρου Εμμανουήλ Γκιούμα(1677), όπου δίδαξε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης. Η Καπλάνειος σχολή, ιδρυμένη το 1805 από το Ζώη Καπλάνη, έμπορο στη Ρωσία, είχε πρώτο διευθυντή τον Αθανάσιο Ψαλίδα, ένα από τα μαχητικότερα πνεύματα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Τέλος, οι αδελφοί Ζωσιμάδες οργάνωσαν το 1828 τη Ζωσιμαία Σχολή. Επίσης η πόλη αποτέλεσε το κέντρο διακίνησης των βιβλίων, που τυπώνονταν στα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας, πολλά από τα οποία είχαν ιδρυθεί από Γιαννιώτες, όπως ο Ν.Γλυκής, ο Ν.Σάρρος, ο Δ.Θεοδοσίου. Τον Ιούλιο 1820 ο σουλτάνος κήρυξε τον Αλή αποστάτη και από τον Αύγουστο ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης, που διήρκησε ενάμιση χρόνο. Στο πλαίσιο της πολεμικής προπαρασκευής του Αλή για την αντιμετώπιση των εχθρικών διαθέσεων της Πύλης ολοκληρώθηκε η οχύρωση της πόλης, καθώς και του φρουρίου στα Λιθαρίτσια. Η οικονομία και η καθημερινή ζωή των κατοίκων ανατράπηκε. Πολλοί Γιαννιώτες κατέφυγαν σε κοντινές περιοχές, όπως το Ζαγόρι, το Νησί, το Μέτσοβο, αλλά και την Άρτα και τη Θεσπρωτία. Ο Αλή μη μπορώντας να εμποδίσει τη φυγή των κατοίκων, πυρπόλησε μεγάλο μέρος της πόλης και κυρίως την αγορά, ενώ παράλληλα δεν έλειπαν λεηλασίες των Αλβανών. Ακολούθησε καταστροφή της πόλης κατά την πολιορκία με αποτέλεσμα την εξαθλίωση των κατοικιών. Με την αμνηστία, που δόθηκε μετά το θάνατο του Αλή, πολλοί Γιαννιώτες πρόσφυγες επανήλθαν. Ο Σουλεϊμάν πασάς προσκάλεσε μάστορες για να ξανακτίσουν τα κατεστραμμένα εργαστήρια, με σκοπό την ανασύνταξη της φορολογίας της πόλης. Οι έμποροι δεν ανταποκρίθηκαν ιδιαίτερα. Την ίδια εποχή αρκετοί ναοί ανοικοδομήθηκαν και κοσμήθηκαν με τοιχογραφίες, όπως ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αθανασίου (1832), ο Άγιος Νικόλαος του Λουτρού-Αγοράς(1837), η Αγία Μαρίνα(επισκευή1851), το Αρχιμανδρειό (1852). Οι μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ) του σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ το 1856, οι οποίες υπαγόρευαν το σεβασμό της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, αν και ενίσχυσαν την ελληνική αστική τάξη, δεν έδωσαν ιδιαίτερη ώθηση στην γιαννιώτικη οικονομία . Ενδεικτική είναι η επιστολή με την επίκληση των Γιαννιωτών προς το Πατριαρχείο προκειμένου να μεσιτεύσει για φορολογικές ελαφρύνσεις . Η κάμψη του εμπορίου επέφερε την παρακμή των συντεχνιών. Το 1869 ξέσπασε πυρκαγιά στην αγορά των Ιωαννίνων υποκινημένη από το βαλή της Ηπείρου, Ρασήμ πασά, με σκοπό την αναμόρφωση αγοράς. Μετά την καταστροφή αρκετά κτήρια ξανακτίστηκαν, η αγορά επεκτάθηκε προς βορρά και διαμορφώθηκε ένας δεύτερος εμπορικός πυρήνας στην περιοχή της Καλούτσιανης . Τα Γιάννινα απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους το 1913. Καθοριστική ήταν η συμβολή της πόλης και της ευρύτερης περιοχής κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του ’40. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειωθεί θεαματική δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη. Συνεχιστές της πλούσιας πνευματικής παράδοσης αποτελούν το Πανεπιστήμιο της πόλης (από το1964,1970), καθώς και η αξιόλογη τοπική καλλιτεχνική δραστηριότητα. Η σημερινή φυσιογνωμία της πόλης και τα σωζόμενα μνημεία της προσφέρουν ελάχιστη και μάλιστα άνιση μαρτυρία της Ιστορίας της. Οι διώξεις και οι καταστροφές του χριστιανικού στοιχείου μετά την επανάσταση του 1611 εξαφάνισαν τα μνημεία της περίλαμπρης βυζαντινής περιόδου, καθώς και εκείνα της πρώιμης μεταβυζαντινής εποχής, ενώ οι μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις του Αλή στα τείχη (επιχωματώσεις – οικοδόμηση μνημειακότερων τειχών και οικοδομημάτων) επέφεραν μια ακόμη ριζική αλλαγή εντός του Κάστρου. Τέλος τα διάσπαρτα εκτός των τειχών μνημεία, όσα σώθηκαν, συχνά υποβαθμίζονται μέσα στην άναρχη και πυκνή δόμηση της νεότερης πόλης .